Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2009


πήγα ξανά από το σπίτι τους
μόνη
πεζή
ήταν εκεί
πατέρας κ γιος
σε ένα τοπίο εγκατάλειψης
ένα τόπο μιζέριας
ο ένας έμεινε απαθής
ο άλλος κλαφτηκε
δεν έχει νερό
ούτε καφέ να κάνει
δεν εχει τίποτα
λυπηθηκα την τόση μιζέρια
την τόση μοιρολατρία
κινήθηκα λιγάκι μέσα στα δωμάτια
όπου η ερημιά
από τους τοίχους ενέδιδε μπόχα
βρήκα καφέ κ έκανα
για μένα
ψαχούλεψα και βρήκα
παλιά μπλουζάκια μου
λευκά αραχνοΰφαντα
μα
τα είχα ξεχασμένα
κ να φόρεμα λευκό
δανδελα κ τριαντάφυλλα
τι τάχα ήθελε αυτό εδώ?
τα μάζεψα προσεκτικά
ένα πακέτο τα κάνα
και έφυγα
από την πίσω πόρτα
ξαλαφρωμενη